Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Ενεργειακή επιθεώρηση: ανάγκη και όχι απλά μια γραφειοκρατική διαδικασία

Ενεργειακή επιθεώρηση: ανάγκη και όχι απλά μια γραφειοκρατική διαδικασία  Απρ 13 2016
Ενεργειακή επιθεώρηση: ανάγκη και όχι απλά μια γραφειοκρατική διαδικασία
   Από τις αρχές του 2011, λόγω της έναρξης εφαρμογής της υποχρεωτικής έκδοσης, κατά περιπτώσεων, Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ), οι έννοιες της ενεργειακής επιθεώρησης και του ενεργειακού επιθεωρητή, εισχώρησαν στην καθημερινότητα μας. Στα πλαίσια της γενικότερης οικονομικής κρίσης, πολλοί θεώρησαν πως ο μόνος στόχος του ΠΕΑ είναι η ακόμα μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση των πολιτών.

      Αυτό, όμως, ισχύει μόνο εάν κάνει κανείς το λάθος να καταφύγει σε ενεργειακή επιθεώρηση απλώς για την εναρμόνιση με τις νέες νομικές συνθήκες. Για όσους όμως αντιληφθούν την ουσία της ενεργειακής επιθεώρησης τότε μάλλον θα διαπιστώσουν ότι το κέρδος που θα αποκομίσουν είναι μεγαλύτερο από το ποσό που θα καταβάλλουν για την πραγματοποίηση της.

    Άλλωστε, στις περισσότερες χώρες του Δυτικού κόσμου εφαρμόζονται ενεργειακές επιθεωρήσεις και παντού το ζητούμενο είναι να βρεθούν τρόποι που θα ελαχιστοποιούν την ενεργειακή κατανάλωση των κτηρίων, καθώς ο κτηριακός τομέας ευθύνεται για τη μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας.
    Πιο συγκεκριμένα σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή [1] ο κτηριακός τομέας είναι υπεύθυνος για το 41% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Αναλυτικότερα, στα ευρωπαϊκά κτήρια, η θέρμανση και το ζεστό νερό χρήσης καταναλώνουν το 79% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Η ενέργεια που καταναλώνεται για ψύξη, είναι ένα μικρό ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης, ωστόσο οι απαιτήσεις για ψύξη των κτηρίων αυξάνονται κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών.
Δημοσιευμένη Εικόνα

    Ανάλογα ποσοστά ισχύουν και για την περίπτωση της Ελλάδας, για το 37% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας ευθύνεται ο κτηριακός τομέας [2]. Αν και είναι χώρα μεσογειακή με μικρές σχετικά απαιτήσεις σε θέρμανση, η παλαιότητα των κτηρίων αυξάνει το ποσοστό της κατανάλωσης ενέργειας στα κτήρια. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα που διενήργησε η ΕΛΣΤΑΤ [3] για κατοικίες (από το σύνολο των κτηρίων στην Ελλάδα, το 73% είναι κατοικίες) το 43,7% των κατοικιών έχει κατασκευαστεί στις δεκαετίες ’60 και ’70 και μόλις το 18,6% από το 2000 και μετά.

    Συνεπώς, στην πλειοψηφία τους οι ελληνικές κατοικίες δε διαθέτουν θερμομόνωση (σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μόνο 5/10 κατοικίες διαθέτουν θερμομόνωση) και είναι εξοπλισμένες με παλιές ηλεκτρομηχανολογικές (Η/Μ) εγκαταστάσεις, παρουσιάζοντας χαμηλή ενεργειακή απόδοση.
Δημοσιευμένη Εικόνα

    Γεγονός που φαίνεται και από τις ανάγκες για θέρμανση, αυτές ανέρχονται περίπου στο 70% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης για αγροτικές περιοχές και 60% για τις αστικές. Για το ζεστό νερό χρήσης το ποσοστό είναι 6,30% για τις αστικές περιοχές. Η κατανάλωση ενέργειας για τις οικιακές συσκευές, το φωτισμό και τον κλιματισμό ανέρχεται στο 16.5% του συνολικού ενεργειακού ισοζυγίου για τις αστικές περιοχές [3].
Δημοσιευμένη Εικόνα

    Συνεπώς, τα κτήρια αποτελούν ένα μεγάλο ενεργειακό καταναλωτή. Ταυτοχρόνως, όμως, διαθέτουν υψηλό δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας. Με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών και οικονομικά αποτελεσματικών τεχνολογιών είναι δυνατή η επίτευξη σημαντικής βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας τους, μείωση του λειτουργικού τους κόστους και βελτίωση της ποιότητας του εσωτερικού περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, ένα καινούργιο κτήριο 100τμ χρειάζεται κατά μέσο όρο ετησίως 300-500lt πετρέλαιο θέρμανσης (περίπου 350€), ενώ ένα παλιό κτήριο, ίδιας επιφάνειας καταναλώνει κατά μέσο όρο ετησίως 2500lt (περίπου 1750€). Βλέπουμε δηλαδή ότι η ενεργειακή αναβάθμιση ενός παλιού κτηρίου μπορεί να μας εξοικονομήσει ένα σημαντικό χρηματικό ποσόκαι είναι μια επένδυση που θα αποσβεστεί μέσα σε 3 έως 5 χρόνια.

    Η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας είναι βασική προτεραιότητα της εθνικής και ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. Από το 2009 έχει θεσπιστεί ο ευρωπαϊκός στόχος για 20% βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας για όλα τα κράτη μέλη της ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι σε θέση να επιβάλει πρόστιμο σε ένα κράτος μέλος που παραλείπει να εισαγάγει «κατάλληλα μέτρα» για να ανταποκριθεί στον παραπάνω στόχο.

    Σύμφωνα με το εθνικό σχέδιο δράσης που υπέβαλε ο ΥΠΕΚΑ το 2013 [4], για την επίτευξη του εθνικού στόχου εξοικονόμησης ενέργειας αναμένεται να έχει πολύ σημαντική συμβολή η εξοικονόμηση ενέργειας στα κτήρια. Ο νέος εθνικός στόχος εξοικονόμησης ενέργειας για την περίοδο 2014-2020 διαμορφώνεται σωρευτικά σε 38 TWh. Στα κτήρια, τα διάφορα πολιτικά μέτρα στοχεύουν σε μια εξοικονόμηση ενέργεια της τάξης των 7TWh μέχρι το 2020.

   Επιπρόσθετα, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου και η γενικότερη οικονομική κρίση ωθούν διαρκώς τους ιδιοκτήτες ακινήτων προς την κατεύθυνση της ενεργειακής επιθεώρησης των κτηρίων με στόχο τη βελτίωση της ενεργειακής κατανάλωσής τους και τη μείωση των δαπανών που αυτά επιφέρουν. Η ενεργειακή αναβάθμιση έχει αναχθεί σε επιτακτική ανάγκη και επικεντρώνεται κυρίως σε εκ των υστέρων επεμβάσεις σε υπάρχοντα, αρκετά παλιά συνήθως, κτήρια. Πρέπει να τονιστεί ότι οι επεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας δεν έχουν μόνο χαρακτήρα ανάγκης αλλά κι επένδυσης καθώς όχι μόνο αποσβένουν ταχύτατα λόγω της μείωσης των απαιτούμενων παγίων διαβίωσης αλλά αυξάνουν και την αξίατου ακινήτου.

    Κάτω από αυτό το κλίμα, ήδη από τον Ιανουάριο του 2006, έχουν θεσπιστεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Οδηγίες για την προώθηση της Ενεργειακής απόδοσης των κτηρίων εντός της Ένωσης. Οι Ευρωπαϊκές οδηγίες έχουν μετατραπεί σε νόμους στην ελληνική νομοθεσία και έχει εκδοθεί και ο κανονισμός ενεργειακής απόδοσης κτηρίων (ΚΕΝΑΚ).Τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και η Ελλάδα με έκθεση τους παρουσιάζουν την επίδραση που είχαν τα παραπάνω μέτρα στην τελική κατανάλωση ενέργειας του κτηριακού τομέα.
Σύμφωνα με έκθεση του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας [2] ο δείκτης ενεργειακής απόδοσης των κατοικιών (ODEX) στην Ελλάδα έχει μειωθεί κατά 14%, μεταξύ των ετών 2000 και 2013. Από το 2000 μέχρι το 2013 υπήρχε μείωση 31% στην ενεργειακή κατανάλωση για τη θέρμανση των κατοικιών που είναι και η πιο ενεργοβόρα λειτουργία σε μια κατοικία. Συνολικά ο δείκτης της ενεργειακής απόδοσης στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 14% κυρίως λόγω των μέτρων ενεργειακής απόδοσης που άρχισαν να εφαρμόζονται τα τελευταία χρόνια αλλά και λόγω της οικονομικής κρίσης που έχει αναγκάσει τους χρήστες των κατοικιών να αντιδράσουν και να προσαρμόσουν τις συνήθειες και τις πρακτικές τους για να μειώσουν το ενεργειακό κόστος.

   Σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο [5], η ενεργειακή απόδοση των κατοικιών αυξήθηκε κατά 30% μεταξύ του 1990 και 2013, με ετήσιο ρυθμό 1,5%. Το μεγαλύτερο μέρος της προόδου σε αυτόν τον τομέα οφείλεται στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης για θέρμανση των χώρων. Όπως τονίζεται στην έκθεση, η βελτίωση συνέβη ως αποτέλεσμα της καλύτερης θερμικής απόδοσης των κτηρίων, που ενθαρρύνθηκε από τα υποχρεωτικά πρότυπα απόδοσης για τα νέα κτήρια, την αύξηση της διείσδυσης των λεβήτων συμπύκνωσης και αντλιών θερμότητας, καθώς και τη θερμική ανακαίνιση των υφιστάμενων κατοικιών.

   Συνεπώς, η ενεργειακή επιθεώρηση των ελληνικών κτηρίων όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία που υπάρχουν μέχρι σήμερα αφενός κρίνεται αναγκαία και αφετέρου αποδεδειγμένα μπορεί να επιφέρει οφέλη σε ατομικό και εθνικό επίπεδο. Τα οφέλη αυτά είναι: 1) οικονομικό κέρδος, 2) καλύτερες περιβαλλοντικές συνθήκες των κτηρίων, 3) κοινωνικά οφέλη, καθώς θα ωφεληθούν πολλές οικογένειες που ζουν σε καθεστώς ενεργειακής φτώχειας και τέλος 4) βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών.


[1] Ευρωπαική Επιτροπή. https://ec.europa.eu
[2] ΚΑΠΕ (2015), Energy Efficiency trends and policies in Greece, Αθήνα
[3] Ελληνική Στατιστική Αρχή, (2013), Έρευνα κατανάλωσης ενέργειας στα νοικοκυρία 2011-2012, Αθήνα.
[4] ΥΠΕΚΑ
. http://www.ypeka.gr/
[5]European Environment Agency, ( 2016), Progress on energy efficiency in Europe

Πηγή:Michanikos.gr  και
 http://energycert.gr...iki-diadikasia/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου